pitted
pitted
'pɪtɪd
pitid
potted

Ορισμός και σημασία του "pitted"στα αγγλικά

01

χωρίς κουκούτσι, αποκουκουτσιασμένος

(of a fruit) having the stone, pit, or seed removed 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pitted
συγκριτικός βαθμός
more pitted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Pitted cherries are easier to use in desserts. 

Τα κεράσια χωρίς κουκούτσια είναι πιο εύκολα στη χρήση στα επιδόρπια.

02

κουφάρι, με λακκούβες

having small depressions, cavities, or hollow marks on the surface 
Παραδείγματα
The pitted rock looked like it had been worn by centuries of water. 

Ο τρυπημένος βράχος φαινόταν σαν να είχε φθαρεί από αιώνες νερού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store