pitiless
pi
ˈpɪ
pi
ti
ti
less
lɪs
lis

Ορισμός και σημασία του "pitiless"στα αγγλικά

01

ανελέητος, άπονος

having no sense of mercy 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pitiless
συγκριτικός βαθμός
more pitiless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The pitiless ruler showed no concern for his people's suffering. 

Ο άπονος ηγεμόνας δεν έδειξε καμία ανησυχία για τα βάσανα του λαού του.

02

ανελέητος, αδίστακτος

not showing any compassion or kindness 

Λεξικό Δέντρο

pitilessly
pitilessness
pitiless
pity
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store