pitiless
pi
ˈpɪ
πι
ti
ti
τι
less
ləs
λασ
/pˈɪtiləs/

Ορισμός και σημασία του "pitiless"στα αγγλικά

01

ανελέητος, άπονος

having no sense of mercy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pitiless
συγκριτικός βαθμός
more pitiless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They endured the pitiless cold without shelter or food.
Υπέμειναν το αμείλικτο κρύο χωρίς καταφύγιο ή φαγητό.
02

ανελέητος, αδίστακτος

not showing any compassion or kindness

Λεξικό Δέντρο

pitilessly
pitilessness
pitiless
pity
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store