Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pitiless
01
ανελέητος, άπονος
having no sense of mercy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pitiless
συγκριτικός βαθμός
more pitiless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They endured the pitiless cold without shelter or food.
Υπέμειναν το αμείλικτο κρύο χωρίς καταφύγιο ή φαγητό.
02
ανελέητος, αδίστακτος
not showing any compassion or kindness
Λεξικό Δέντρο
pitilessly
pitilessness
pitiless
pity



























