pittance
pi
ˈpɪ
pi
ttance
təns
tēns
quittanceadmittanceremittanceacquittance

Ορισμός και σημασία του "pittance"στα αγγλικά

01

ψίχουλα, εξευτελιστικό ποσό

a sum of money that is very insufficient 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pittances
Παραδείγματα
Despite working long hours, he was paid a mere pittance for his efforts. 

Παρά τις πολλές ώρες εργασίας, πληρώθηκε μόνο ένα ψίχουλο για τις προσπάθειές του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

pittance
pit
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store