Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pita
01
πίτα, πιτά
a flat oval bread that is yeasted and could be opened and filled with food, originally in Middle Eastern cuisines
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pitas



























