Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pissing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
He got in trouble for pissing in the public park.
Μπλέχτηκε σε μπελάδες γιατί κατούρησε στο δημόσιο πάρκο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
pissing
piss



























