pissing
pi
ˈpɪ
pi
ssing
sɪng
sing
passing

Ορισμός και σημασία του "pissing"στα αγγλικά

01

κατουράω, ουρώ

the act of releasing urine from the body 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He got in trouble for pissing in the public park. 

Μπλέχτηκε σε μπελάδες γιατί κατούρησε στο δημόσιο πάρκο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store