pisshead
piss
ˈpɪs
pis
head
hɛd
hed
/pˈɪshɛd/

Ορισμός και σημασία του "pisshead"στα αγγλικά

01

μεθύστακας, αλκοολικός

a person who drinks excessively or is drunk often
Dialectbritish flagBritish
pisshead definition and meaning
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pissheads
Παραδείγματα
I ca n't trust a pisshead to handle anything responsibly.
Δεν μπορώ να εμπιστευτώ έναν μεθύστακα να χειριστεί οτιδήποτε υπεύθυνα.

Λεξικό Δέντρο

pisshead

piss

+

head

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store