pisspot
piss
ˈpɪs
pis
pot
pɒt
pot

Ορισμός και σημασία του "pisspot"στα αγγλικά

01

αξιοκαταφρόνητος, αξιολύπητος

a person regarded as contemptible, pathetic, or worthless 
pisspot definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pisspots
Παραδείγματα
He's a pisspot for lying to everyone. 

Είναι ένας μεθύστακας γιατί είπε ψέματα σε όλους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store