Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pisspot
01
αξιοκαταφρόνητος, αξιολύπητος
a person regarded as contemptible, pathetic, or worthless
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pisspots
Παραδείγματα
He's a pisspot for lying to everyone.
Είναι ένας μεθύστακας γιατί είπε ψέματα σε όλους.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
pisspot
piss
pot



























