pisspot
piss
pɪs
pis
pot
pɑt
paat
/pˈɪspɒt/

Ορισμός και σημασία του "pisspot"στα αγγλικά

01

αξιοκαταφρόνητος, αξιολύπητος

a person regarded as contemptible, pathetic, or worthless
pisspot definition and meaning
Offensive
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pisspots
Παραδείγματα
She called him a pisspot for breaking the rules.
Τον αποκάλεσε πισιέρα γιατί έσπασε τους κανόνες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store