pique
pique
pik
pik
sneakcreektweaksleek

Ορισμός και σημασία του "pique"στα αγγλικά

01

έξαψη θυμού, παρόρμηση εκνευρισμού

a brief, intense feeling of anger, irritation, or resentment 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
piques
Παραδείγματα
In a moment of pique, she slammed the door and walked out. 

Σε μια στιγμή οργής, έκλεισε απότομα την πόρτα και βγήκε.

to pique
01

ενοχλώ, προσβάλλω

to trigger a strong emotional reaction in someone, such as anger, resentment, or offense 
Transitive: to pique sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pique
γ΄ ενικό πρόσωπο
piques
ενεστώτα μετοχή
piquing
απλός αόριστος
piqued
παθητική μετοχή
piqued
Παραδείγματα
He was piqued by her lack of attention. 

Είχε πικραθεί από την έλλειψη προσοχής της.

02

προκαλώ, εγείρω

to provoke or arouse a feeling of interest or curiosity in someone 
Transitive: to pique a sense of interest or curiosity
Παραδείγματα
The movie trailer piqued my interest in the film. 

Το τρέιλερ της ταινίας προκάλεσε το ενδιαφέρον μου για την ταινία.

03

καυχιέμαι για, υπερηφανεύομαι για

to pride oneself on something or feel a sense of superiority 
Transitive: to pique oneself on sth
Παραδείγματα
She piqued herself on her cooking skills. 

Περηφανευόταν για τις μαγειρικές της ικανότητες.

pique
pique
pik
pik
sneakcreektweaksleek
piqué
01

πικέ, ύφασμα πικέ

a woven fabric with a raised, textured pattern, often featuring small geometric designs, commonly used in garments such as polo shirts 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
piques
Παραδείγματα
The blazer was lined with pique for added texture. 

Το μπλέιζερ ήταν επενδυμένο με πικέ για επιπλέον υφή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store