Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pinhead
01
ηλίθιος, βλάκας
a person considered stupid, narrow-minded, or incapable of thinking clearly
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
Παραδείγματα
Only a pinhead would leave the keys in the car.
Μόνο ένας ηλίθιος θα άφηνε τα κλειδιά στο αυτοκίνητο.
02
κεφαλή καρφίτσας, κεφαλάκι πινέζας
the top part of a sewing pin that is used to hold the pin in place and to provide a surface for gripping and pushing with the fingers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pinheads
Λεξικό Δέντρο
pinhead
pin
head



























