pinched
pinched
pɪnʧt
pincht
pitched

Ορισμός και σημασία του "pinched"στα αγγλικά

01

αδύνατος, εξασθενημένος

extremely emaciated, particularly due to illness, lack of food, or exposure to cold 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pinched
συγκριτικός βαθμός
more pinched
διαβαθμίσιμο
02

ρινικός, σαν να έχει σφιχτεί η μύτη

sounding as if the nose were pinched 
03

σφιγμένος, στενός

as if squeezed uncomfortably tight 
04

σε οικονομική δυσκολία, με έλλειψη χρημάτων

experiencing financial hardship 
Παραδείγματα
They were a bit pinched after paying for unexpected car repairs. 

Ήταν λίγο σε οικονομική δυσκολία αφού πλήρωσαν για απροσδόκητες επισκευές αυτοκινήτου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store