Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pinched
01
αδύνατος, εξασθενημένος
extremely emaciated, particularly due to illness, lack of food, or exposure to cold
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pinched
συγκριτικός βαθμός
more pinched
διαβαθμίσιμο
02
ρινικός, σαν να έχει σφιχτεί η μύτη
sounding as if the nose were pinched
03
σφιγμένος, στενός
as if squeezed uncomfortably tight
04
σε οικονομική δυσκολία, με έλλειψη χρημάτων
experiencing financial hardship
Παραδείγματα
She was too pinched to afford a vacation this year.
Ήταν πολύ στενά χρηματικά για να αντέξει οικονομικά μια διακοπή φέτος.
Λεξικό Δέντρο
pinched
pinch



























