Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pincho
01
πίντο, σουβλάκι
a Spanish dish that typically consists of bite-sized pieces of meat or vegetables
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pinchos
LanGeek



























