Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
piecemeal
01
σταδιακά, κομμάτι-κομμάτι
in a gradual manner and at different times, rather than all at once
γραμματικές πληροφορίες
ερωτηματικό επίρρημα
Παραδείγματα
The information was revealed piecemeal, with new details emerging over time.
Οι πληροφορίες αποκαλύφθηκαν σταδιακά, με νέες λεπτομέρειες να εμφανίζονται με την πάροδο του χρόνου.
piecemeal
01
κατά τμήματα, σταδιακός
done or made in a gradual way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most piecemeal
συγκριτικός βαθμός
more piecemeal
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The renovation of the old house was a piecemeal process, with each room being updated individually.
Η ανακαίνιση του παλιού σπιτιού ήταν μια σταδιακή διαδικασία, με κάθε δωμάτιο να αναβαθμίζεται ξεχωριστά.
Λεξικό Δέντρο
piecemeal
piece
meal



























