Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
piddling
01
ασήμαντος, εξευτελιστικός
small, unimportant, or not worth much attention
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most piddling
συγκριτικός βαθμός
more piddling
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
size, importance, value
Παραδείγματα
The piddling amount of loose change in his pocket was not enough to cover the cost of the coffee.
Το ασήμαντο ποσό ψιλά στην τσέπη του δεν ήταν αρκετό για να καλύψει το κόστος του καφέ.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
piddling
piddle



























