to phonate
Pronunciation
/fˈɑːneɪt/

Ορισμός και σημασία του "phonate"στα αγγλικά

to phonate
01

φωνώ, παράγω φωνητικούς ήχους

to produce sound or speech using the vocal organs
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
phonate
γ΄ ενικό πρόσωπο
phonates
ενεστώτα μετοχή
phonating
απλός αόριστος
phonated
παθητική μετοχή
phonated
Παραδείγματα
During the vocal warm-up, singers practice exercises to help them phonate more effectively.
Κατά τη φωνητική προθέρμανση, οι τραγουδιστές ασκούνται σε ασκήσεις για να τους βοηθήσουν να φωνήσουν πιο αποτελεσματικά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store