to phonate
phonate
'fəʊneɪt
fewneit
pronate

Ορισμός και σημασία του "phonate"στα αγγλικά

to phonate
01

φωνώ, παράγω φωνητικούς ήχους

to produce sound or speech using the vocal organs 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
phonate
γ΄ ενικό πρόσωπο
phonates
ενεστώτα μετοχή
phonating
απλός αόριστος
phonated
παθητική μετοχή
phonated
Παραδείγματα
The speech therapist worked with the patient to improve their ability to phonate clearly. 

Ο λογοθεραπευτής εργάστηκε με τον ασθενή για να βελτιώσει την ικανότητά του να φωνεί καθαρά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store