phantom
Pronunciation
/ˈfænəm/, /ˈfæntəm/

Ορισμός και σημασία του "phantom"στα αγγλικά

01

φάντασμα, σpectre

relating to or resembling a ghost
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
phantoms
Παραδείγματα
The film ’s use of phantom imagery added to its haunting and mysterious mood.
Η χρήση φαντασματικών εικόνων στην ταινία πρόσθεσε στη haunting και μυστηριώδη ατμόσφαιρά της.
02

φάντασμα, οπτασία

something existing in perception only
01

φαντασματικός, απατηλός

something apparently sensed but having no physical reality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most phantom
συγκριτικός βαθμός
more phantom
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store