Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pestiferous
01
ενοχλητικός, εκνευριστικός
causing annoyance or irritation, often in a persistent or troublesome manner
Παραδείγματα
He tried to ignore the pestiferous phone calls, but they kept coming.
Προσπάθησε να αγνοήσει τις ενοχλητικές τηλεφωνικές κλήσεις, αλλά συνέχισαν να έρχονται.
02
επικίνδυνος για τη δημιουργία επιδημιών, μεταδοτικός
likely to spread and cause an epidemic disease
03
διαφθορέας, διεστραμμένος
tending to corrupt or pervert
04
λοιμωδής, μολυσμένος με μολυσματικούς οργανισμούς
contaminated with infecting organisms



























