perverse
per
verse
ˈvɜ:s
vēs
dispersesubmersedisburserehearse

Ορισμός και σημασία του "perverse"στα αγγλικά

01

διεστραμμένος, πεισματάρης

inclined to act stubbornly and to hang on to what is wrong 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most perverse
συγκριτικός βαθμός
more perverse
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite all the evidence, he held a perverse belief that the earth was flat. 

Παρά όλα τα στοιχεία, κρατούσε μια διεστραμμένη πεποίθηση ότι η γη ήταν επίπεδη.

02

διεστραμμένος, αντίθετος με τα αποδεκτά πρότυπα

contrary to accepted standards or practices 
Παραδείγματα
The ruling was perverse, contradicting decades of legal precedent. 

Η απόφαση ήταν διεστραμμένη, αντιφατική με δεκαετίες νομικού προηγούμενου.

Λεξικό Δέντρο

perversely
perverseness
perversion
perverse
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store