Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
perverse
01
διεστραμμένος, πεισματάρης
inclined to act stubbornly and to hang on to what is wrong
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most perverse
συγκριτικός βαθμός
more perverse
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite all the evidence, he held a perverse belief that the earth was flat.
Παρά όλα τα στοιχεία, κρατούσε μια διεστραμμένη πεποίθηση ότι η γη ήταν επίπεδη.
02
διεστραμμένος, αντίθετος με τα αποδεκτά πρότυπα
contrary to accepted standards or practices
Παραδείγματα
The ruling was perverse, contradicting decades of legal precedent.
Η απόφαση ήταν διεστραμμένη, αντιφατική με δεκαετίες νομικού προηγούμενου.
Λεξικό Δέντρο
perversely
perverseness
perversion
perverse



























