Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pervade
01
διαποτίζω, εξαπλώνομαι
to spread throughout and be present in every part of something
Transitive: to pervade a space
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pervade
γ΄ ενικό πρόσωπο
pervades
ενεστώτα μετοχή
pervading
απλός αόριστος
pervaded
παθητική μετοχή
pervaded
Παραδείγματα
The aroma of freshly baked bread pervaded the entire bakery, enticing customers from afar.
Η μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού διαποτίζει ολόκληρο το αρτοποιείο, προσελκύοντας πελάτες από μακριά.
02
διαποτίζω, εξαπλώνομαι
to exist or be noticeable throughout a space, situation, or environment
Transitive: to pervade a space
Παραδείγματα
A sense of tension pervaded the office after the announcement of layoffs.
Μια αίσθηση έντασης διαποτίζει το γραφείο μετά την ανακοίνωση των απολύσεων.



























