to peruse
pe
ruse
ˈru:z
rooz
perfuseperuke

Ορισμός και σημασία του "peruse"στα αγγλικά

to peruse
01

εξετάζω, μελετώ προσεκτικά

to consider or examine something while being very careful and attentive to detail 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
peruse
γ΄ ενικό πρόσωπο
peruses
ενεστώτα μετοχή
perusing
απλός αόριστος
perused
παθητική μετοχή
perused
Παραδείγματα
She decided to peruse the contract thoroughly before signing it. 

Αποφάσισε να εξετάσει προσεκτικά το συμβόλαιο πριν το υπογράψει.

Λεξικό Δέντρο

perusing
peruse
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store