Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to peruse
01
εξετάζω, μελετώ προσεκτικά
to consider or examine something while being very careful and attentive to detail
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
peruse
γ΄ ενικό πρόσωπο
peruses
ενεστώτα μετοχή
perusing
απλός αόριστος
perused
παθητική μετοχή
perused
Παραδείγματα
The lawyer perused the legal documents to ensure there were no discrepancies.
Ο δικηγόρος εξέτασε προσεκτικά τα νομικά έγγραφα για να διασφαλίσει ότι δεν υπήρχαν αποκλίσεις.



























