perpetuity
per
ˌpɜ:
pe
pi
tui
ˈtju:ɪ
tyooi
ty
ti
ti
incongruitygratuitydiscontinuity

Ορισμός και σημασία του "perpetuity"στα αγγλικά

01

αιωνιότητα, αθανασία

the quality of being permanent or continuing with no foreseeable end 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Scholars debated philosophical theories about the perpetuity of the human soul. 

Οι λόγιοι συζήτησαν φιλοσοφικές θεωρίες για την αιωνιότητα της ανθρώπινης ψυχής.

02

αιωνιότητα, ατέρμονη διάρκεια

an infinite or indefinite duration of time, continuing without end or interruption 
Παραδείγματα
The idea of perpetuity is central to the concept of eternal life in many religious traditions. 

Η ιδέα της αιωνιότητας είναι κεντρική στην έννοια της αιώνιας ζωής σε πολλές θρησκευτικές παραδόσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store