Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Perpetuity
01
αιωνιότητα, αθανασία
the quality of being permanent or continuing with no foreseeable end
Παραδείγματα
She wished their happiness could last in perpetuity.
Ευχήθηκε η ευτυχία τους να διαρκέσει για πάντα.
02
αιωνιότητα, ατέρμονη διάρκεια
an infinite or indefinite duration of time, continuing without end or interruption
Παραδείγματα
Her influence on the company ’s culture will last into perpetuity, shaping future generations.
Η επιρροή της στην κουλτούρα της εταιρείας θα διαρκέσει αιώνια, διαμορφώνοντας τις μελλοντικές γενιές.



























