Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
perceivable
Παραδείγματα
The difference in the two proposals became perceivable after further review.
Η διαφορά στις δύο προτάσεις έγινε αντιληπτή μετά από περαιτέρω εξέταση.
02
αντιληπτός, διακριτός
capable of being perceived especially by sight or hearing
Λεξικό Δέντρο
unperceivable
perceivable
perceive



























