perceivable
per
cei
ˈsi:
si
vable
vəəbl
vēēbl

Ορισμός και σημασία του "perceivable"στα αγγλικά

perceivable
01

αντιληπτός, κατανοητός

able to be grasped 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most perceivable
συγκριτικός βαθμός
more perceivable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The instructions were clear and perceivable to everyone in the room. 

Οι οδηγίες ήταν ξεκάθαρες και αντιληπτές από όλους στο δωμάτιο.

02

αντιληπτός, διακριτός

capable of being perceived especially by sight or hearing 

Λεξικό Δέντρο

unperceivable
perceivable
perceive
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store