Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pension
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pensions
Παραδείγματα
My grandfather's pension allows him to travel during his retirement.
Η σύνταξη του παππού μου του επιτρέπει να ταξιδεύει κατά τη διάρκεια της σύνταξής του.
02
πανσιόν, ξενοδοχείο οικονομικής κατηγορίας
a small guesthouse that provides lodging and sometimes meals, typically for long-term or seasonal visitors
Παραδείγματα
We found a pleasant pension with a garden and communal kitchen.
Βρήκαμε μια ευχάριστη πανσιόν με κήπο και κοινούς χώρους κουζίνας.
to pension
01
συνταξιοδοτώ, προσφέρω σύνταξη
to remove someone from active work and provide them with regular payments for their support
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pension
γ΄ ενικό πρόσωπο
pensions
ενεστώτα μετοχή
pensioning
απλός αόριστος
pensioned
παθητική μετοχή
pensioned
Παραδείγματα
The university pensioned several professors when their departments closed.
Το πανεπιστήμιο συνταξιοδότησε αρκετούς καθηγητές όταν τα τμήματά τους έκλεισαν.
Λεξικό Δέντρο
pensionable
pension
pens



























