Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pension
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pensions
Παραδείγματα
Government employees often receive a pension as part of their retirement benefits.
Οι κρατικοί υπάλληλοι συχνά λαμβάνουν σύνταξη ως μέρος των παροχών συνταξιοδότησής τους.
02
πανσιόν, ξενοδοχείο οικονομικής κατηγορίας
a small guesthouse that provides lodging and sometimes meals, typically for long-term or seasonal visitors
Παραδείγματα
She runs a quiet pension that caters mainly to retirees.
Διαχειρίζεται ένα ήσυχο πανσιόν που εξυπηρετεί κυρίως συνταξιούχους.
to pension
01
συνταξιοδοτώ, προσφέρω σύνταξη
to remove someone from active work and provide them with regular payments for their support
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pension
γ΄ ενικό πρόσωπο
pensions
ενεστώτα μετοχή
pensioning
απλός αόριστος
pensioned
παθητική μετοχή
pensioned
Παραδείγματα
Parliament voted to pension former officials under new rules.
Το Κοινοβούλιο ψήφισε για συνταξιοδότηση πρώην αξιωματούχων σύμφωνα με νέους κανόνες.
Λεξικό Δέντρο
pensionable
pension
pens



























