penniless
pe
ˈpɛ
πε
nni
ni
νι
less
ləs
λασ
/pˈɛnɪləs/

Ορισμός και σημασία του "penniless"στα αγγλικά

01

απένταρος, χωρίς λεφτά

having no money or financial resources
penniless definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most penniless
συγκριτικός βαθμός
more penniless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The penniless immigrant worked hard to build a better life for his family.
Ο απένταρος μετανάστης εργάστηκε σκληρά για να χτίσει μια καλύτερη ζωή για την οικογένειά του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store