penknife
pen
pɛn
pen
knife
naɪf
naif

Ορισμός και σημασία του "penknife"στα αγγλικά

01

σουγιάς, μικρό πτυσσόμενο μαχαίρι

a small, foldable knife designed for general use, often carried in a pocket 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
penknives
Παραδείγματα
He used a penknife to sharpen his pencil. 

Χρησιμοποίησε ένα σουγιάκι για να ακονίσει το μολύβι του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store