Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pelt
01
πετροβολώ, βομβαρδίζω
to vigorously and continuously throw objects, often with force or intensity
Transitive: to pelt sb/sth with sth
Παραδείγματα
In the heat of the battle, soldiers were pelted with arrows from the enemy archers.
Στη φωτιά της μάχης, οι στρατιώτες βρέχονταν από βέλη των εχθρικών τοξοτών.
02
τρέχω με ταχύτητα, εκσφενδονίζομαι
to move swiftly and with great speed, often in a hasty or urgent manner
Intransitive: to pelt somewhere
Παραδείγματα
The frightened deer pelted through the woods, leaping over fallen branches in its escape.
Ο τρομαγμένος ελάφι έτρεξε μέσα από το δάσος, πηδώντας πάνω από πεσμένα κλαδιά στη διαφυγή του.
03
ρίχνω με δύναμη, πέφτω βίαια
(of rain, snow, or hail) to descend rapidly and forcefully
Transitive: to pelt sth
Παραδείγματα
The hailstorm was so severe that it pelted the crops, causing extensive damage to the harvest.
Η χαλαζοθύελλα ήταν τόσο σφοδρή που έριξε τις καλλιέργειες, προκαλώντας εκτεταμένες ζημιές στη συγκομιδή.
Pelt
01
δέρμα, γούνα
the skin of an animal with the fur, wool, or hair still covering it
Παραδείγματα
Conservation efforts aim to combat poaching and regulate the trade in animal pelts to protect vulnerable species and preserve biodiversity.
Οι προσπάθειες διατήρησης στοχεύουν στην καταπολέμηση της λαθροθηρίας και στη ρύθμιση του εμπορίου δερμάτων ζώων για την προστασία ευάλωτων ειδών και τη διατήρηση της βιοποικιλότητας.
02
an animal's natural covering of fur, wool, or hair
Παραδείγματα
The seal 's pelt is waterproof and insulating.
Λεξικό Δέντρο
pelter
pelting
pelt



























