Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pelt
01
πετροβολώ, βομβαρδίζω
to vigorously and continuously throw objects, often with force or intensity
Transitive: to pelt sb/sth with sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pelt
γ΄ ενικό πρόσωπο
pelts
ενεστώτα μετοχή
pelting
απλός αόριστος
pelted
παθητική μετοχή
pelted
Παραδείγματα
The protesters pelted the police with stones during the demonstration.
Οι διαδηλωτές πέταξαν πέτρες στην αστυνομία κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης.
02
τρέχω με ταχύτητα, εκσφενδονίζομαι
to move swiftly and with great speed, often in a hasty or urgent manner
Intransitive: to pelt somewhere
Παραδείγματα
Startled by the sudden noise, the rabbit pelted across the field and into the safety of its burrow.
Τρομαγμένος από τον ξαφνικό θόρυβο, ο κουνέλι έτρεξε κατά μήκος του χωραφιού και προς την ασφάλεια της φωλιάς του.
03
ρίχνω με δύναμη, πέφτω βίαια
(of rain, snow, or hail) to descend rapidly and forcefully
Transitive: to pelt sth
Παραδείγματα
Caught in a sudden hailstorm, golf ball-sized hailstones pelted the cars in the parking lot.
Παγιδευμένοι σε μια ξαφνική χαλαζοθύελλα, χαλάζι στο μέγεθος μπάλας γκολφ έπεσε στα αυτοκίνητα στο πάρκινγκ.
Pelt
01
δέρμα, γούνα
the skin of an animal with the fur, wool, or hair still covering it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pelts
Παραδείγματα
The hunter proudly displayed the pelt of the wolf he had captured, its thick fur a testament to its strength and resilience.
Ο κυνηγός έδειξε με περηφάνια το δέρμα του λύκου που είχε πιάσει, το παχύ του τρίχωμα ήταν απόδειξη της δύναμης και της ανθεκτικότητάς του.
02
γούνα, τρίχωμα
an animal's natural covering of fur, wool, or hair
Παραδείγματα
The tiger's pelt is striped and dense.
Το δέρμα της τίγρης είναι ριγέ και πυκνό.
Λεξικό Δέντρο
pelter
pelting
pelt



























