to peel off
peel
pi:l
pil
off
ɒf
of

Ορισμός και σημασία του "peel off"στα αγγλικά

to peel off
01

αποκολλώ, ξεκολλώ

take off, as with some difficulty 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
peel
ενεστώτας
peel off
γ΄ ενικό πρόσωπο
peels off
ενεστώτα μετοχή
peeling off
απλός αόριστος
peeled off
παθητική μετοχή
peeled off
02

αποκολλώ, ξεφλουδίζω

peel off the outer layer of something 
03

ξεφλουδίζω σε λέπια, αποκολλώ σε φολίδες

peel off in scales 
04

ξεφλουδίζω, αποσπώμαι σε φλούδες

come off in flakes or thin small pieces 
05

αποσπάσμαι, αφήνω τη διάταξη

leave a formation 
06

κάνω το πουλάκι, ξεφεύγω

to run away quickly, often to escape violence or the police 
αργκό
Παραδείγματα
When I saw that tall guy coming after me, I peeled off. 

Όταν είδα εκείνον τον ψηλό τύπο να έρχεται πίσω μου, την κοπάνησα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store