pectin
pec
ˈpɛk
pek
tin
tɪn
tin
nektoninsectan

Ορισμός και σημασία του "pectin"στα αγγλικά

01

πηκτίνη, φυσικό πυκνωτικό υλικό

a natural substance found in fruits that is used as a thickening agent in food preparation 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pectins
Παραδείγματα
I bought pectin at the store to make my own jelly from fresh fruits. 

Αγόρασα πηκτίνη από το μαγαζί για να φτιάξω τη δική μου ζελέ από φρέσκα φρούτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store