Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
peckish
01
ευερέθιστος, σε κακή διάθεση
feeling slightly irritable or in a bad mood, often due to hunger or low energy
Dialect
British
Παραδείγματα
She ’s a little peckish today, so I ’ll give her some space.
Είναι λίγο ευερέθιστη σήμερα, οπότε θα της δώσω λίγο χώρο.
02
λίγο πεινασμένος, με όρεξη για ένα σνακ
experiencing a slight feeling of hunger, desiring a small snack
Παραδείγματα
Feeling peckish before bedtime, he made himself a small bowl of cereal to tide him over until morning.
Αισθανόμενος λίγο πεινασμένος πριν τον ύπνο, έφτιαξε για τον εαυτό του ένα μικρό μπολ με δημητριακά για να αντέξει μέχρι το πρωί.
Λεξικό Δέντρο
peckish
peck



























