Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
peccant
01
επίφορος σε λάθη, αμαρτωλός
likely to commit faults, errors, or sins
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most peccant
συγκριτικός βαθμός
more peccant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Poor management practices left the system peccant to waste and inefficiency.
Οι κακές πρακτικές διαχείρισης άφησαν το σύστημα επιρρεπή σε λάθη σχετικά με τη σπατάλη και την αναποτελεσματικότητα.
Λεξικό Δέντρο
impeccant
peccant



























