Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
peccant
01
επίφορος σε λάθη, αμαρτωλός
likely to commit faults, errors, or sins
Παραδείγματα
Being tired made her judgment temporarily peccant and more likely to make small mistakes.
Η κούραση έκανε την κρίση της προσωρινά ελαττωματική και πιο πιθανό να κάνει μικρά λάθη.
Λεξικό Δέντρο
impeccant
peccant



























