peasant
pea
ˈpɛ
pe
sant
zənt
zēnt
pheasantpleasant

Ορισμός και σημασία του "peasant"στα αγγλικά

01

αγρότης, χωρικός

a farmer who owns or rents a small piece of land, particularly in the past or in poorer countries 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
peasants
Παραδείγματα
The peasant worked tirelessly in the fields, cultivating crops to feed his family and sell at the market. 

Ο αγρότης εργαζόταν ακούραστα στα χωράφια, καλλιεργώντας καλλιέργειες για να θρέψει την οικογένειά του και να τις πουλήσει στην αγορά.

02

αγρότης, αγροτικός κάτοικος

a person living in a rural area 
Παραδείγματα
The peasants of the countryside enjoyed a simple life. 

Οι αγρότες της ύπαιθρου απολάμβαναν μια απλή ζωή.

03

αγρότης, αγροίκος

a person who is impolite and lacks sophistication or proper manners 
Παραδείγματα
Despite his wealth, his crude behavior made some view him as a peasant. 

Παρά τον πλούτο του, η αγροικη συμπεριφορά του έκανε κάποιους να τον βλέπουν ως αγρότη.

Λεξικό Δέντρο

peasanthood
peasantry
peasant
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store