Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
peaceful
01
ειρηνικός, μη βίαιος
(of a person) unwilling to become involved in a dispute or anything violent
Παραδείγματα
The peaceful leader promoted reconciliation and unity, guiding the community towards a peaceful future.
Ο ειρηνικός ηγέτης προώθησε τη συμφιλίωση και την ενότητα, καθοδηγώντας την κοινότητα προς ένα ειρηνικό μέλλον.
Παραδείγματα
The meditation session left everyone with a peaceful feeling that lasted throughout the day.
Η συνεδρία διαλογισμού άφησε όλους με ένα ειρηνικό συναίσθημα που διήρκεσε όλη την ημέρα.
03
ειρηνικά ανθεκτικός, ανθεκτικός ειρηνικός
peacefully resistant in response to injustice
Λεξικό Δέντρο
peacefully
peacefulness
unpeaceful
peaceful
peace



























