Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
peaceful
01
ειρηνικός, μη βίαιος
(of a person) unwilling to become involved in a dispute or anything violent
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most peaceful
συγκριτικός βαθμός
more peaceful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She's a peaceful individual who always seeks to resolve conflicts through dialogue and understanding.
Είναι ένα ειρηνικό άτομο που προσπαθεί πάντα να επιλύει τις διαφορές μέσω του διαλόγου και της κατανόησης.
Παραδείγματα
The small village lived in peaceful isolation, untouched by the wars raging in surrounding lands.
Το μικρό χωριό ζούσε σε ειρηνική απομόνωση, ανέπαφο από τους πολέμους που μαίνονταν στα γύρω εδάφη.
03
ειρηνικά ανθεκτικός, ανθεκτικός ειρηνικός
peacefully resistant in response to injustice
Λεξικό Δέντρο
peacefully
peacefulness
unpeaceful
peaceful
peace



























