peaceful
peace
ˈpi:s
pis
ful
fəl
fēl

Ορισμός και σημασία του "peaceful"στα αγγλικά

01

ειρηνικός, μη βίαιος

(of a person) unwilling to become involved in a dispute or anything violent 
peaceful definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most peaceful
συγκριτικός βαθμός
more peaceful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She's a peaceful individual who always seeks to resolve conflicts through dialogue and understanding. 

Είναι ένα ειρηνικό άτομο που προσπαθεί πάντα να επιλύει τις διαφορές μέσω του διαλόγου και της κατανόησης.

02

ειρηνικός, ήσυχος

free from conflict, violence, or disorder 
peaceful definition and meaning
Παραδείγματα
The small village lived in peaceful isolation, untouched by the wars raging in surrounding lands. 

Το μικρό χωριό ζούσε σε ειρηνική απομόνωση, ανέπαφο από τους πολέμους που μαίνονταν στα γύρω εδάφη.

03

ειρηνικά ανθεκτικός, ανθεκτικός ειρηνικός

peacefully resistant in response to injustice 

Λεξικό Δέντρο

peacefully
peacefulness
unpeaceful
peaceful
peace
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store