peacekeeping
Pronunciation
/ˈpiˌskipɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "peacekeeping"στα αγγλικά

01

διατήρηση της ειρήνης, ειρηνευτική αποκατάσταση

the process of keeping a community safe and stopping the violence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
peacekeeping
01

διατήρησης της ειρήνης, για την ειρήνη

of or relating to the preservation of peace between hostile groups by international military forces
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store