peacekeeping
peace
pis
πισ
kee
ki:
κι
ping
pɪng
πινγκ

Ορισμός και σημασία του "peacekeeping"στα αγγλικά

01

διατήρηση της ειρήνης, ειρηνευτική αποκατάσταση

the process of keeping a community safe and stopping the violence 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
peacekeeping
01

διατήρησης της ειρήνης, για την ειρήνη

of or relating to the preservation of peace between hostile groups by international military forces 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
military, diplomacy, conflict

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

peacekeeping
peacekeep
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store