Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
awfully
01
τρομερά, απαίσια
to a very great or extreme extent or degree
Παραδείγματα
The delay in the flight was awfully inconvenient for the passengers.
Η καθυστέρηση της πτήσης ήταν τρομερά άβολη για τους επιβάτες.
02
τρομερά, φρικτά
in a very bad, unpleasant, or unfortunate way
Παραδείγματα
The roads were awfully maintained after the storm.
Οι δρόμοι ήταν τρομερά συντηρημένοι μετά την καταιγίδα.
03
τρομερά, φοβερά
in a way that shows or evokes awe or dread
Παραδείγματα
They bowed awfully before the king.
Κύλησαν τρομερά μπροστά στον βασιλιά.
Λεξικό Δέντρο
awfully
awful
awe



























