Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
patronizing
01
υπεροπτικός, προστατευτικός
treating someone in a seemingly friendly manner but in reality treating them as if they are below one in importance and intelligence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most patronizing
συγκριτικός βαθμός
more patronizing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her patronizing comments made it clear she didn’t think the team’s ideas were valuable.
Τα προστατευτικά σχόλιά της έκαναν ξεκάθαρο ότι δεν πίστευε ότι οι ιδέες της ομάδας ήταν πολύτιμες.
Λεξικό Δέντρο
patronizingly
patronizing
patronize
patron



























