Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pasty
01
κρουστόν με κρέας, κρουστόν με λαχανικά
a pastry case stuffed with meat or vegetables
02
αυτοκόλλητα patches για τις ρώγες, αυτοκόλλητα καλύμματα ρώγων
(usually used in the plural) one of a pair of adhesive patches worn to cover the nipples of exotic dancers and striptease performers
pasty
01
κολλώδης, προσκολλητικός
having the sticky properties of an adhesive
Παραδείγματα
Her pasty look was a result of spending too much time indoors and not enough in the fresh air.
Η χλομή της εμφάνιση ήταν το αποτέλεσμα του να περνάει πολύ χρόνο σε εσωτερικούς χώρους και όχι αρκετό στον καθαρό αέρα.



























