partiality
par
ˌpɑ:
paa
tia
ˈʃɪæ
shiā
li
li
ty
ti
ti
trivialitygeneralitymusicalityneutrality

Ορισμός και σημασία του "partiality"στα αγγλικά

01

μεροληψία, ευνόηση

an unfair prejudice or bias toward an individual, group of people, etc. 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
partialities
Παραδείγματα
The judge was criticized for showing partiality during the trial. 

Ο δικαστής επικρίθηκε για την επίδειξη μεροληψίας κατά τη διάρκεια της δίκης.

02

μεροληψία, προτίμηση

a specific fondness for someone or something 

Λεξικό Δέντρο

partiality
partial
part
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store