Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to parry
01
αποκρούω, εμποδίζω
impede the movement of (an opponent or a ball)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
parry
γ΄ ενικό πρόσωπο
parries
ενεστώτα μετοχή
parrying
απλός αόριστος
parried
παθητική μετοχή
parried
02
αποφεύγω, παραμελώ
avoid or try to avoid fulfilling, answering, or performing (duties, questions, or issues)
Parry
01
αντίστροφη γροθιά, αντεπίθεση
a return punch (especially by a boxer)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
parries
02
άμυνα, παρέ
a defensive technique in fencing where a fighter deflects or blocks an opponent's attack with their weapon
Παραδείγματα
She used a circular parry to deflect the opponent's blade away from her target.
Χρησιμοποίησε μια κυκλική παρία για να εκτρέψει τη λεπίδα του αντιπάλου μακριά από το στόχο της.



























