Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pardon
01
συγχωρώ, απαλλάσσω
to forgive someone for a mistake, releasing them from the usual consequences
Transitive: to pardon sb
Παραδείγματα
After a sincere apology, she chose to pardon her friend.
Μετά από μια ειλικρινή συγγνώμη, επέλεξε να συγχωρήσει τη φίλη της.
02
συγχωρώ, χαρίζω
to discharge a criminal from the legal consequences of a conviction or violation
Transitive: to pardon a criminal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pardon
γ΄ ενικό πρόσωπο
pardons
ενεστώτα μετοχή
pardoning
απλός αόριστος
pardoned
παθητική μετοχή
pardoned
Παραδείγματα
The governor decided to pardon the prisoner after reviewing his case.
Ο κυβερνήτης αποφάσισε να συγχωρήσει τον κρατούμενο μετά την εξέταση της υπόθεσής του.
pardon
01
Συγγνώμη;, Τι;
used to politely request someone to repeat what they said
Παραδείγματα
Pardon? Could you repeat that, please?
Συγγνώμη; Θα μπορούσατε να το επαναλάβετε, παρακαλώ;
Pardon
01
συγχώρεση, αμνηστία
the formal act of liberating someone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pardons
1.1
συγχώρεση, συγγνώμη
the act of excusing a mistake or offense
1.2
συγχώρεση, χάρη
a warrant granting release from punishment for an offense
LanGeek



























