Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to parch
01
ξεραίνω, αφυδατώνω
to make excessively dry by removing moisture from an object, substance, or surface
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
parch
γ΄ ενικό πρόσωπο
parches
ενεστώτα μετοχή
parching
απλός αόριστος
parched
παθητική μετοχή
parched
Παραδείγματα
The week-long heat wave parched crops across the region.
Το καύσωνα μιας εβδομάδας ξήρανε τις καλλιέργειες σε όλη την περιοχή.
Λεξικό Δέντρο
parched
parching
parchment
parch



























