Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
awful
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most awful
συγκριτικός βαθμός
more awful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was in an awful mood because he lost his wallet.
Ήταν σε φρικτή διάθεση γιατί έχασε το πορτοφόλι του.
02
τρομερός, φοβερός
causing fear or dread or terror
03
φρικτός, κακόβουλος
offensive or even (of persons) malicious
04
τρομερός, φοβερός
extreme in degree or extent or amount or impact
05
εντυπωσιακός, αξιοθαύμαστος
inspiring awe or admiration or wonder
06
φοβερός, εντυπωσιακός
inspired by a feeling of fearful wonderment or reverence
awful
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He works awful hard to support his family.
Δουλεύει πολύ σκληρά για να στηρίξει την οικογένειά του.
Λεξικό Δέντρο
awfully
awfulness
awful
awe



























