paradox
pa
ˈpæ
ra
dox
dɒks
doks

Ορισμός και σημασία του "paradox"στα αγγλικά

01

παράδοξο, λογική αντίφαση

a logically contradictory statement that might actually be true 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
paradoxes
Παραδείγματα
It's a paradox that the more choices we have, the harder it becomes to make a decision. 

Είναι ένα παράδοξο ότι όσο περισσότερες επιλογές έχουμε, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να πάρουμε μια απόφαση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

paradoxical
paradox
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store