paraglider
pa
ˈpæ
rag
rəg
rēg
li
laɪ
lai
der

Ορισμός και σημασία του "paraglider"στα αγγλικά

01

αλεξίπτωτο ανεμοπτερισμού, μεγάλο χαρταετό

a big, colorful, and light kite that people use to fly in the sky 
paraglider definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
paragliders
Παραδείγματα
The paraglider was packed carefully into the van after the flight. 

Ο αλεξίπτωτος ανεμοπορίας συσκευάστηκε προσεκτικά στο βαν μετά την πτήση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store