Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Paradise
01
παράδεισος, έδεμ
a place or state of perfect happiness, peace, and delight
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
paradises
Παραδείγματα
The island felt like paradise with its calm beaches and clear skies.
Το νησί έμοιαζε με παράδεισο με τις ήρεμες παραλίες και τον καθαρό ουρανό του.
02
παράδεισος, ουρανός
the place where righteous souls go after death, according to Christian belief
Παραδείγματα
The faithful hope to enter paradise after life.
Οι πιστοί ελπίζουν να μπουν στον παράδεισο μετά τη ζωή.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
paradisal
paradise



























