paracord
pa
ˈpæ
ra
cord
kɔ:d
kawd

Ορισμός και σημασία του "paracord"στα αγγλικά

01

παρακόρδ, ελαφρύ και ανθεκτικό νάιλον σχοινί

a lightweight and durable nylon rope that was originally used in the suspension lines of parachutes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
paracords

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store